7/12/16

Όπου ανισότητα των φύλων, εκεί πολεμικές συγκρούσεις. Τυχαίο;





Το 2016 μάς αφήνει με μια μικρή μεν αλλά ανησυχητική έκπτωση στα θέματα της κοινωνικής και εθνικής ασφάλειας σε σύγκριση με το 2015. Μόνο δέκα χώρες στον κόσμο σήμερα μπορούν να θεωρηθούν ότι είναι πλήρως απαλλαγμένες από συγκρούσεις.

Ο πόλεμος και οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή εντάθηκαν το 2016. Το ίδιο συνέβη και με το μεταναστευτικό πρόβλημα που κι αυτό εντάθηκε επικίνδυνα τη χρονιά αυτή. Τέλος οι θάνατοι από τα τρομοκρατικά χτυπήματα αυξήθηκαν σε σχέση με πέρυσι κατά 80%.

3/12/16

Β. Κατσικονούρη: «Καγκουρό». Μια αφανής τραγωδία.






Η τραγωδία δεν είναι προνόμιο των βασιλιάδων. Δεν εκφέρεται πάντα με θρήνους και ολοφυρμούς. Δεν είναι πάντα περίοπτη. Δεν γίνεται πάντα θρύλος και παραμύθι για τις νεότερες γενιές. Μπορεί να συμβεί σε ταπεινούς ανθρώπους και να εκτυλιχθεί χαμηλόφωνα και ύπουλα. Μπορεί να είναι η αφανής τραγωδία της διπλανής πόρτας που θα περάσει στα ψιλά των εφημερίδων και σύντομα θα ξεχαστεί. Το τέλος όμως της τραγωδίας είναι σταθερά το ίδιο: θάνατος.

29/11/16

Γιατί αγάπησα τους Αλβανούς






Στο ισόγειο της πολυκατοικίας μένει με την οικογένειά της η Σκούρτε, η Αλβανή που μου καθαρίζει το σπίτι. Στο ημιυπόγειο μένει μια άλλη οικογένεια Αλβανών. Πολλά-πολλά με αυτούς τους τελευταίους δεν έχω, μια καλημέρα και αυτό είναι όλο. Ταπεινοί άνθρωποι και ήσυχοι, ούτε που τους προσέχει κανείς.

Πάνω από μένα, στον τέταρτο,  μετακόμισαν προσφάτως δυο νεαρές Ιταλίδες, καλές κοπέλες φαίνονται και η μία από αυτές δεν ακούει καλά και πρέπει να σε κοιτάζει για να καταλάβει τι λες.

Αυτά ως εισαγωγή. Πάμε τώρα στο κυρίως θέμα.

25/11/16

"Εκείνα τα φωτισμένα παράθυρα"





Κρυώνει το παιδί,
με τι να το σκεπάσω;
Μια κουβερτούλα έχω μόνο.

Πίσω δεν πάω στο στρατόπεδο,
εκεί  νταήδες και μαχαιροβγάλτες
γυροφέρνουν.
Καλύτερα εδώ, στο δρόμο,
κοντά στα σπίτια,
να βλέπω τα φωτισμένα τους παράθυρα.

Είναι καιρός που έχω αφήσει την πατρίδα,
για το παιδί κυρίως ανησυχούσα,
εμένα ας με σκότωναν,
τι σημασία έχει πια
τώρα που φίλοι κι αδελφοί χαθήκαν
κι η πόλη μου έχει γίνει ρημαδιό.
Αλλά είναι βλέπεις το παιδί.

Μας είπαν,
είμαστε καλοί άνθρωποι εμείς,
τα σπίτια μας είναι ζεστά
και τα κελάρια μας γεμάτα,
σας συμπονέσαμε πολύ,
γι’ αυτό
ανοίξαμε τις πόρτες μας διάπλατα,
ελάτε,
είμαστε καλοί άνθρωποι εμείς.

Εγώ για το παιδί κυρίως ήρθα.

Τώρα εδώ στο δρόμο,
κάτω από ένα ξένο ουρανό κοιμόμαστε
και έχει παγωνιά,
έχει υγρασία,
δυο βήματα πιο πέρα
βλέπω τα φωτισμένα τους παράθυρα.
Θα είναι το τζάκι αναμμένο,
χορτάτα τα παιδιά τους και ζεστά.
Σαν να τα βλέπω
πόσο αθώα και αμέριμνα κοιμούνται
στα μαλακά κρεβάτια τους,
η μάνα τα σκεπάζει
κι ο πατέρας τους χαμογελά.

Έχασα την πατρίδα μου,
τα πάντα έχω χάσει,
μονάχη μου περιουσία
ετούτο το παιδί,
αλλά φοβάμαι
τους μαχαιροβγάλτες στο στρατόπεδο.
Καλύτερα εδώ στο δρόμο.

Μόνο που βλέπω εκείνα τα παράθυρα
τα φωτισμένα
και ζηλεύω,
αρχόντοι αυτοί
κι εγώ ένας αλήτης
μ’ ένα παιδί στην αγκαλιά.
Πώς θα’ θελα μια σούπα τώρα,
μια ζεστή σούπα
για το αγόρι μου.

Σκοτώθηκαν, μας είπαν,
δυο δικοί μας από λάθος χθες.