9/6/12

Φ. Κάφκα "Η Δίκη". Β΄ Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση


                                     Elke Rehder "Ο καφκικός τρόπος θεώρησης"

Το μυθιστόρημα «Η Δίκη» του Φραντς Κάφκα αποτελεί μια εξόφθαλμη προβολή των εσωτερικών δαιμόνων του συγγραφέα.

Ο κεντρικός χαρακτήρας, ο Γιόζεφ Κ., είναι ένα άτομο μοναχικό. Δεν ζει όμως στο περιθώριο της κοινωνίας, αντίθετα κατέχει μια διακριτή θέση, είναι τμηματάρχης σε Τράπεζα. Η κοινωνική θέση που δίνει ο συγγραφέας στον ήρωά του δεν είναι τυχαία. Μια και ο Γιόζεφ Κ. είναι η προβολή του Φραντς Κάφκα (Κ. σημαίνει Κάφκα, όπως και στον Πύργο ο κεντρικός χαρακτήρας λέγεται Κ.), πρέπει να είναι περίπου στην ίδια κοινωνική θέση με αυτόν. Επίσης, εφόσον γύρω του στήνεται η Δίκη, η αντίθεση γίνεται εντονότερη με έναν ευπρεπή  υπάλληλο απ’ ό,τι με ένα περιθωριακό άτομο, διότι ο ευπρεπής αυτός υπάλληλος θα εκπέσει σιγά – σιγά, μέχρι να εξευτελιστεί πλήρως και τέλος να εκτελεστεί «σαν το σκυλί».

Υπάρχουν στο μυθιστόρημα αρκετές τέτοιες «τεχνητές» παρεμβολές του συγγραφέα που στόχο έχουν να εκλογικεύσουν το όραμά του και να το κάνουν αναγνώσιμο. Επιτρέπει ωστόσο στο διορατικό αναγνώστη να διεισδύσει στα βαθύτερα στρώματα της σκέψης του. Διότι σε όλο αυτό το έργο ο Κάφκα  μιλά υπαινικτικά για τη φαντασίωση που τον κατατρύχει. Ξέρει όμως να κρατά τις ισορροπίες και να μην εκτρέπεται. Δύο παρεκτροπές μόνο επιτρέπει στην πένα του:  α) αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στο Μαστιγωτή – και όποιος κατάλαβε, κατάλαβε -  και β)  παρουσιάζει τις γυναικείες φιγούρες του μυθιστορήματος με τον αποκλίνοντα τρόπο που τις φαντασιώνεται ( πάλι όμως με διακριτικό τρόπο, μέσα στα όρια της συγγραφικής κοσμιότητας του καιρού του).

Όπως ήδη είπαμε στο πρώτο μέρος, η προσωπικότητα του Φραντς Κάφκα έχει στοιχεία παρανοειδούς, σχιζοειδούς και μεθοριακής διαταραχής. Τα στοιχεία αυτά είναι ολοφάνερα στη «Δίκη», όπου ο Γιόζεφ Κ., ένα μοναχικό άτομο (σχιζοειδές χαρακτηριστικό), κινείται σε ένα κόσμο χαοτικό (μεθοριακό χαρακτηριστικό), όπου οι άλλοι είναι πάντα ξένοι και μακρινοί, συχνά απειλητικοί και επίφοβοι, και όπου κάθε προσπάθεια του κεντρικού ήρωα να ανασυνταχθεί και να υπερασπίσει τον εαυτό του πέφτει στο κενό. Οι Άλλοι, ο κόσμος έξω από τον Γιόζεφ Κ., παραμένουν ύπουλοι, αινιγματικοί, αδιάφοροι στο δικό του δράμα. Ο Γιόζεφ Κ. είναι μόνος, κανείς δεν μπορεί και ούτε και θέλει ουσιαστικά να τον βοηθήσει. Οι Άλλοι, όλοι οι άλλοι μηδενός εξαιρουμένου, βρίσκονται απέναντι. Κανείς δεν βρίσκεται δίπλα. Η τεράστια μοναξιά του Γιόζεφ Κ. δεν αίρεται από τις ψυχρές και σπασμωδικές συζητήσεις που κάνει μαζί τους.

Μια πολιτική ερμηνεία του έργου θα σκόνταφτε ακριβώς σε αυτό το σημείο: απουσιάζει κάθε ίχνος συντροφικότητας, φιλίας, συμπαράστασης των Άλλων. Ο εξωτερικός κόσμος είναι ένας εφιάλτης, πουθενά δεν συναντούμε μια τρυφερή ανθρώπινη επαφή, μια έστω στιγμιαία αλλά ειλικρινή σύμπλευση δύο ψυχών. Και φυσικά κανένας, μα απολύτως κανένας χαρακτήρας, δεν διαθέτει γενναίο και περήφανο φρόνημα. Είναι ένας κόσμος καρικατούρα, ένας μη πραγματικός κόσμος. Καμιά πολιτική καταγγελία δεν υποκρύπτεται εδώ και, αν επιμένουμε να ερμηνεύουμε με πολιτικούς όρους τη «Δίκη», μπορούμε να το κάνουμε ασφαλώς, όμως θα έχουμε απομακρυνθεί από το πνεύμα του συγγραφέα. Ο οποίος θα γελούσε κάτω από τα μουστάκια του βλέποντας πόσο μακριά κατάφερε να μας παρασύρει.

Πρώτο και κύριο γνώρισμα αυτού του παράδοξου κόσμου, μέσα στον οποίο ξεδιπλώνεται η «Δίκη», είναι το χάος. Δεύτερο γνώρισμα είναι η ενοχή. Τρίτο η πλήρης αδυναμία απέναντι στο μηχανισμό της Εξουσίας και η σταδιακή αναπόφευκτη ταπείνωση. Τέταρτο η λανθάνουσα σεξουαλικότητα που διατρέχει όλο το έργο. Πέμπτο, η μεγάλη σημασία της ιεραρχίας, όπου στη δουλικά οργανωμένη αυτή κοινωνία, ο καθένας είναι εξουσιαστής του κατώτερου και παράλληλα εξουσιάζεται από τον ανώτερο. Έκτο, η αίσθηση της μοναξιάς. Έβδομο, η παρανοϊκή ατμόσφαιρα.

Πιο αναλυτικά:

Το χάος.
Ο Γιόζεφ Κ. βιώνει τον κόσμο ως χάος. Αυτή η προβολή του κόσμου ως χάους είναι χαρακτηριστική όσων πάσχουν από μεθοριακή διαταραχή. Όμως δεν πάσχει ο Γιόζεφ Κ. από μια τέτοια διαταραχή, πάσχει ο Φραντς Κάφκα που με αριστοτεχνικό τρόπο τοποθετεί τον ήρωά του μέσα σε ένα μη πραγματικό, χαοτικό περιβάλλον και τον υποχρεώνει να βιώσει αυτό που ο ίδιος βιώνει καθημερινά στην πραγματικότητά του.

Ο εξωτερικός κόσμος δεν είναι ο μικρόκοσμος της Τράπεζας ή της πανσιόν, όπου μένει ο Κ., αν και στην πανσιόν μπορούμε να δούμε μια μορφή  χάους, καθώς νέα πρόσωπα, άγνωστοι ένοικοι, εμφανίζονται. Ο εξωτερικός κόσμος είναι στην ουσία ό,τι αντιπροσωπεύει αυτό το χαοτικό δικαστικό σύστημα που λειτουργεί παράπλευρα προς το επίσημο δικαστικό σύστημα και που έχει ύπουλα εξαπλωθεί στον υποδόριο ιστό του κοινωνικού σώματος.

Από την πρώτη αράδα του μυθιστορήματος, όταν ανακοινώνεται στον Κ. ότι είναι κατηγορούμενος, μέχρι το τέλος της ιστορίας, σε όλη τη διαδρομή του έργου ο αναγνώστης ακολουθεί τον Κ. και βιώνει μαζί του αυτό το ανεξήγητο χάος. Όλα είναι ρευστά, απροσδιόριστα, ασαφή και συγχρόνως επίβουλα, απειλητικά και επικίνδυνα. Τίποτα δεν είναι σταθερό, συγκεκριμένο και σαφές. Οι Δικαστές είναι πρόσωπα χαμένα στην απροσδιοριστία και στην αχλή. Ο Κ. δεν τους βλέπει, ακούει μόνο γι αυτούς  και ό,τι ακούει είναι πάντα τρομαχτικό. Ο Κ. κινείται σε ακαθόριστα κτηριακά συγκροτήματα γραφείων, όπου ενοικούν μυστηριώδη πρόσωπα, κλητήρες, κατηγορούμενοι και συνεργαζόμενοι με αυτό το παράπλευρο δικαστικό σύστημα, όλοι με αμφίβολες και σκοτεινές αρμοδιότητες. Το χάος περιέχει μια διαρκή απειλή, ένα συνεχή κίνδυνο και ο Κ. νιώθει ανίκανος να το αντιμετωπίσει.

Η ενοχή.
Ο Γιόζεφ Κ. είναι ένοχος. Αυτό αποτελεί μια αναπόσπαστη ιδιότητά του, το κύριο χαρακτηριστικό του, την ταυτότητά του. Ο ίδιος αρνείται αρχικά την ενοχή του, αλλά όσο προχωρεί η διαδικασία, τόσο αφήνεται να παρασυρθεί από τα γεγονότα με ένα μοιρολατρικό τρόπο, σαν να παραδέχεται κάπου στο βάθος της  συνείδησής του ότι έχει τελικά αυτή την ιδιότητα. Το Δικαστήριο ( ό,τι είναι δηλαδή έξω από αυτόν) τον θεωρεί ένοχο. Είναι κατηγορούμενος, οι ελπίδες αθώωσής του είναι μηδαμινές, ανύπαρκτες σχεδόν. Ο Γιόζεφ Κ. κυκλοφορεί στην πόλη με τη σφραγίδα του ένοχου. Όλοι το ξέρουν αυτό τώρα. Η ενοχή του δεν χρειάζεται αποδείξεις. Απλώς υπάρχει.

Η γυναίκα
Όλες οι γυναικείες μορφές του έργου – πλην της ηλικιωμένης σπιτονοικοκυράς -  είναι φιλήδονες. Ο αισθησιασμός, κάθε φορά που εμφανίζεται μια γυναικεία μορφή, είναι ξεκάθαρος και ο Κάφκα φαίνεται να βιώνει εδώ τη γυναικεία παρουσία με καθαρά φιλήδονο τρόπο. Ο «ρομαντικός» - πείτε τον υγιή, αν θέλετε – έρωτας απουσιάζει τελείως. Αξίζει να αναφέρουμε πώς περιγράφει μια συντροφιά κοριτσιών  που συναντά ο Γιόζεφ Κ. κατά την επίσκεψή του στο ζωγράφο. Η ηλικία τους είναι γύρω στα δεκατρία και έχουν όλα ένα κράμα παιδικότητας και διαφθοράς. Επικεφαλής είναι μια μικρή με καμπούρα και με ύφος τελείως διεφθαρμένο. Καμιά χάρη και καμιά δροσιά  δεν βλέπει ο Κ. (δηλαδή ο Κάφκα) στη γυναίκα, ακόμα και όταν βρίσκεται σ’ αυτή την τρυφερή ηλικία.

                                       Jarmila Maranova "Στου ζωγράφου"
                                            
Η κοινωνία
Είναι σαφώς κατηγοριοποιημένη σε ανώτερους και κατώτερους. Οι κατώτεροι είναι πάντα δουλοπρεπείς, ευτελίζονται, ταπεινώνονται από τους ανώτερους και υποτάσσονται σ’ αυτούς. Στην υποθετική αυτή κοινωνία δεν υπάρχει αξιοπρέπεια ούτε υπερήφανο φρόνημα. Ανώτεροι όλων είναι οι Δικαστές που και αυτοί ταξινομούνται σε ανώτερους και κατώτερους. Όσο ανεβαίνουμε στην ιεραρχία, βλέπουμε την απόλυτη αυταρχικότητα και την έλλειψη κάθε θετικού συναισθήματος προς όσους είναι κατώτεροι. Το σύστημα δουλεύει στηριζόμενο στην απάθεια, την αναλγησία, την απόλυτη απουσία της φιλίας, της αλληλεγγύης, της αγάπης. Οι ανώτεροι είναι στυγνοί, απαθείς, αδιάφοροι, αυταρχικοί, ανελέητοι, αμείλικτοι προς τους κατώτερους και παράλληλα δουλικοί, ταπεινοί και υποταγμένοι σε όσους είναι ανώτεροι από αυτούς. Το δίπολο εξουσιαστής – εξουσιαζόμενος (καθαρά μαζοχιστικό στοιχείο και όχι πολιτικό) βρίσκει εδώ την τέλεια μορφή του.

Παράλληλα υπάρχουν και αυτοί που κινούνται στο μικρόκοσμο του Γιόζεφ Κ: ο Διευθυντής και ο Υποδιευθυντής, ο θείος, η σπιτονοικοκυρά κλπ. Όλοι αυτοί αντιπροσωπεύουν τους Άλλους, είναι ξένοι προς τον ήρωα, δεν υπάρχει σημείο επαφής.

                               Jarmila Maranova "Ο Κάφκα και η Πράγα"

Το παράπλευρο δικαστήριο
Λειτουργεί παράλληλα με την επίσημη Δικαιοσύνη, δεν έχει όμως καμιά σχέση με αυτήν. Έχει τους δικούς του νόμους που είναι όμως ασαφείς και σκοτεινοί.

«Η υπηρεσία μας» εξηγεί στο Γιόζεφ Κ. ο ένας από τους δύο φύλακες που ήρθαν να τον συλλάβουν, «δεν αναζητά με δική της πρωτοβουλία τους πολίτες με ένοχη συνείδηση, αλλά, όπως ορίζει ο νόμος, έλκεται από την ενοχή. Αυτός είναι νόμος απαράβατος».

Πρόκειται, με άλλα λόγια, για ένα δικαστήριο εγκατεστημένο στη συνείδηση, αόρατο και άυλο μεν, αλλά υπαρκτό και μάλιστα ασύγκριτα ισχυρότερο από ένα κανονικό δικαστήριο. Πράγματι από αυτό το δικαστήριο δεν μπορεί να ξεφύγει καμιά ένοχη συνείδηση και είναι πολύ δύσκολο, σχεδόν ακατόρθωτο να απαλλαγεί από την κατηγορία που τη βαρύνει.
Εδώ τα γνωστά δικονομικά τερτίπια δεν έχουν πέραση. Ο Κ. ως κατηγορούμενος στερείται των δημοκρατικών δικαιωμάτων του. Οι δικαιολογίες του είναι άσκοπες ( μάταιες). Εννοείται ότι ένα τέτοιο δικαστήριο ελάχιστη σημασία δίνει στους συνηγόρους υπεράσπισης. Η κατηγορία και η συνακόλουθη ενοχή είναι αυτά που βαρύνουν εδώ, η υπεράσπιση είναι περιττή, κάτι σαν παρωδία, σαν φτιασίδι στην όλη υπόθεση, γι αυτό θα είναι ισχνή και προσχηματική και φυσικά αναποτελεσματική. Ο Κ. πρέπει να μάθει να υπερασπίζεται μόνος του τον εαυτό του - με άλλα λόγια θα σταθεί ανυπεράσπιστος μπροστά στους δικαστές του.

Ένα δικαστήριο συνείδησης δεν φυλακίζει, αφήνει τον κατηγορούμενο να περιφέρεται ελεύθερος, αλλά τον παρακολουθεί άγρυπνα. Η σύλληψή του είναι κάτι «πνευματικό», όχι όπως συλλαμβάνεται ένας κλέφτης, αυτό  λέει στον Κ. η κυρία Γκρούμπαχ, η ιδιοκτήτρια της πανσιόν. Με άλλα λόγια ο Κ. μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερος, αλλά κυκλοφορεί με το στίγμα του κατηγορούμενου (και αυτή είναι η βαθιά αίσθηση κάθε ενοχικού ατόμου). Υποσυνείδητα ο Κ. ομολογεί το ενοχικό του συναίσθημα, όταν λέει στην κυρία Γκρούμπαχ: «Αν θέλετε να διαφυλάξετε την αξιοπρέπεια του σπιτιού σας, πρέπει πρώτα από όλα να διώξετε εμένα».
Τέλος μια φράση πολύ αποκαλυπτική για τη σχέση του ενοχικού, μαζοχιστικού  ατόμου με την εξουσία είναι η φράση που βάζει ο συγγραφέας στο στόμα της δεσποινίδας Μπύρστνερ, καθώς συζητά με τον Κ.:  «Οι δίκες ασκούν μια παράξενη έλξη σε όλους τους ανθρώπους». Όχι βέβαια σε όλους τους ανθρώπους, αλλά στους ενοχικούς και τους μαζοχιστές οπωσδήποτε.

Η πρώτη ανάκριση 

                            Elke Rehder "Καφκική Στελέχωση"

Και μόνη η λέξη «ανάκριση» παραπέμπει στη συγκεκριμένη σαδομαζοχιστική φαντασίωση. Στην ουσία πρόκειται καθαρά για δημόσια διαπόμπευση. Η  ανάκριση σ’ αυτό το μυστηριώδες δικαστήριο γίνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα, μια φορά συνήθως την εβδομάδα και την Κυριακή, όταν ο Κ. δεν εργάζεται. Αυτή η κανονικότητα (και η συχνότητα)  των ανακρίσεων που παράλληλα εξευτελίζουν δημόσια το θύμα, μάς παραπέμπει σε σαδομαζοχιστικές τελετές που αποτελούν μια αγαπημένη φαντασίωση κάθε μαζοχιστή.
Η πρώτη ανάκριση πραγματοποιείται σε ένα απομακρυσμένο σπίτι – καμιά σχέση με δικαστικά μέγαρα. Ο ευρύτερος χώρος αποτελείται από γκρίζες, λαϊκές πολυκατοικίες. Ο Κ. νιώθει να τον παρακολουθεί ο Ανακριτής πίσω από κάποιο παράθυρο, καθώς αυτός είναι ακόμα στο δρόμο (αίσθηση διαρκούς παρακολούθησης, χαρακτηριστικό της παρανοειδούς διαταραχής).

Η αίθουσα, ένας χώρος μεγάλος για τελετές, είναι κατάμεστη από κόσμο που θα παρακολουθήσει τη διαπόμπευση του Κ.

Πρώτη αποδοκιμασία: «Αργήσατε μία ώρα και πέντε λεπτά», λέει ο Ανακριτής στον Κ. Αυτός παραιτείται αμέσως από την υπεράσπιση του εαυτού του. Ελπίζει ωστόσο να κερδίσει τη συμπάθεια του κόσμου, αλλά, όπως θα αποδειχθεί παρακάτω, αυτό είναι αδύνατο. Όταν δηλώνει την ανώτερη επαγγελματική του θέση, προκαλεί τα γέλια του κόσμου (εξευτελισμός, γελοιοποίηση). Γελά κι αυτός (αυτοταπείνωση). Ο Ανακριτής όμως αντιτείνει ότι ο Κ. είναι ελαιοχρωματιστής (ταπείνωση) και αυτό το λέει με κατηγορηματικό τρόπο. Ο κόσμος έχει καρφώσει με ένταση τα μάτια πάνω του, παρακολουθεί άγρυπνα κάθε κίνησή του ( η ηδονή τού να είσαι θήραμα). Ο Κ. εκφωνεί ένα λογύδριο προσπαθώντας να ενισχύσει κάπως την αξιοπρέπειά του, αλλά φοβάται ότι οι υπάλληλοι του Δικαστηρίου θα διαδώσουν την είδηση της σύλληψης και θα δυσφημίσουν το όνομά του (γενική διαπόμπευση στην ευρύτερη κοινωνία).

Παρατηρεί ότι ο Ανακριτής κάνει νόημα με το βλέμμα σε κάποιον από το πλήθος και το καταγγέλλει με θάρρος (που απλώς θα αυξήσει τον εξευτελισμό και τη γελοιοποίησή του): «Μόλις τώρα ο κύριος Ανακριτής έκανε σε κάποιον από σας ένα κρυφό νεύμα. Υπάρχουν λοιπόν άτομα ανάμεσά σας που παίρνουν εντολές αποδώ πάνω».

Εδώ έχουμε ένα σαφέστατο σύμπτωμα παρανοειδούς διαταραχής, κατά την οποία το άτομο κυριαρχείται από μεγάλη καχυποψία για τους άλλους και διαβάζει κρυμμένα μειωτικά ή απειλητικά μηνύματα σε άσχετες παρατηρήσεις ή γεγονότα.

Στη συνέχεια ο παρανοϊκός ιδεασμός του εντείνεται. Λέει με δυνατή φωνή ότι έχει καταλάβει πως εδώ κρύβεται μια μεγάλη οργάνωση  που διαθέτει πλήθος ανωτέρων και κατωτέρων υπαλλήλων (ιεραρχία), ακόμη και δημίους και συλλαμβάνει αθώους που δεν μπορούν να υπερασπίσουν τον εαυτό τους και που εξευτελίζονται σε δημόσιες συναθροίσεις : «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πίσω από όλες αυτές τις δραστηριότητες του εν λόγω δικαστηρίου, όπως φυσικά και πίσω από τη δική μου σύλληψη και τη σημερινή ανάκριση κρύβεται μια μεγάλη οργάνωση».

Μέσα σ’ αυτή την εξευτελιστική φαντασιώδη ατμόσφαιρα (που ο Γιόζεφ Κ. τη βιώνει ως μια ομιχλώδη ατμόσφαιρα), ο Κάφκα προσθέτει μια φαινομενικά άσχετη πινελιά: ένας άνδρας κοντά στην πόρτα έχει «στριμώξει» μια γυναίκα. Με το ρήμα αυτό μπορούμε να υποθέσουμε είτε ότι το ζευγάρι βρίσκεται σε ερωτικές διαχύσεις είτε ότι κάνει σεξ. Είναι πάντως μια άσεμνη, σεξουαλική εικόνα που μπορεί εξωτερικά να μην έχει καμιά σύνδεση με τα τεκταινόμενα, έχει όμως μια συνεπή εσωτερική σύνδεση, εφόσον εδώ, σ’ αυτό το κεφάλαιο, υλοποιούνται συγχρόνως όλες σχεδόν  οι ψυχικές αποκλίσεις του συγγραφέα, δηλαδή έχουμε εδώ μια φαντασίωση που περιέχει έντονο το στοιχείο της παρανοειδούς και της μεθοριακής διαταραχής, του μαζοχισμού και των σεξουαλικών φαντασιώσεών του.

Η άσεμνη αυτή σκηνή προκαλεί τον ενθουσιασμό  όσων βρίσκονται εκεί κοντά και ο Κ. συνειδητοποιεί ξαφνικά ότι όλοι όσοι είναι μέσα στην αίθουσα αποτελούν ένα «σινάφι». Παρατηρεί καλύτερα πόσο χαμερπής είναι η  εξωτερική τους εμφάνιση και ανακαλύπτει ότι όλοι, ακόμα και ο Ανακριτής,  φορούν κάποιο σήμα στο πέτο. Είναι δηλαδή μέλη μιας συμμορίας (παρανοϊκός ιδεασμός)  που παρακολουθεί τις αντιδράσεις του Κ. και διασκεδάζει (εξευτελισμός). Αυτό το καταγγέλλει δυνατά: «Ώστε έτσι, είστε λοιπόν όλοι μέλη της διεφθαρμένης συμμορίας που τόση ώρα κατηγορούσα». Όλοι επομένως φαίνονται να είναι προσυνεννοημένοι και όλοι συνωμοτούν εναντίον του. Σ’ αυτό το σημείο το παρανοϊκό του ντελίριο βρίσκεται στην κορύφωσή του.
  
Πολύ γρήγορα, μια και εδώ δεν πρόκειται για διατριβή αλλά για ένα σύντομο άρθρο, μπορούμε να εντοπίσουμε μερικά ακόμη από τα πολλά νοσηρά στοιχεία που διατρέχουν το μυθιστόρημα.

«Στην άδεια αίθουσα των συνεδριάσεων».
Ο Κ. κατορθώνει να δει τα βιβλία του Ανακριτή, όπου μεταξύ άλλων παρατηρεί την άσεμνη ζωγραφιά ενός γυμνού ζευγαριού. Μια λαϊκή γυναίκα που φαίνεται εμπλεγμένη στο σύστημα προσπαθεί να τον σαγηνέψει. Είναι αυτή που στο προηγούμενο κεφάλαιο είχε παραδοθεί στις ερωτικές διαχύσεις κάποιου άνδρα μέσα στην αίθουσα της ανάκρισης. Είναι παντρεμένη με ένα κλητήρα του δικαστηρίου, αλλά έχει σχέσεις με διάφορους άλλους. Επίσης την ορέγεται  ο Ανακριτής. Ο Κ. νιώθει γι αυτήν σεξουαλική έλξη. Αργότερα συναντά το σύζυγό της, ο οποίος χωρίς καμιά αναστολή τού λέει ότι τη γυναίκα του τη χρησιμοποιούν οι άνδρες του δικαστηρίου. Όλες αυτές οι λεπτομέρειες παραπέμπουν στις σεξουαλικές φαντασιώσεις του συγγραφέα.

«Η φίλη της δεσποινίδας Μπύρστνερ».
Ο Κ. συναντά μια φίλη και ένα φίλο της δεσποινίδας Μπύρστνερ. Και για τους δύο αυτούς είναι βέβαιος ότι πρόκειται για συνωμότες «που κρυμμένοι πίσω από το προσωπείο της πιο αθώας ανιδιοτέλειας προσπαθούν να τον κρατήσουν μακριά από τη δεσποινίδα Μπύρστνερ». (Παρανοειδής ιδεασμός).

«Ο μαστιγωτής».

                                      Elke Rehder "Ο μαστιγωτής"

 Εδώ θα μπορούσαμε να πούμε πολλά, αλλά θα περιοριστούμε αναγκαστικά στα πιο κραυγαλέα σημεία. Ο μαστιγωτής έχει τα στερεότυπα χαρακτηριστικά, με τα οποία τον φαντασιώνονται οι μαζοχιστές: είναι ηλιοκαμένος σαν ναυτικός, με πρόσωπο τραχύ και γεμάτο υγεία, φορά μια δερμάτινη στολή που αφήνει γυμνά τα χέρια και το στέρνο του και κρατά μια βέργα. Τα θύματά του είναι δυο κατώτεροι φύλακες – καθόλου συμπτωματικά ο ένας από αυτούς λέγεται Φραντς -  που πρέπει να μείνουν γυμνοί και να μαστιγωθούν ανελέητα για ένα ασήμαντο παράπτωμα. Η σκηνή εξελίσσεται σε μια αποθήκη της Τράπεζας.

«Η τιμωρία είναι δίκαιη και δεν υπάρχει τρόπος να την αποφύγουν», λέει ο μαστιγωτής στον Κ. Και πιο κάτω: «Το καθήκον μου είναι να δέρνω και θα δέρνω».  Ο φύλακας με το όνομα Φραντς δέχεται ένα δυνατό χτύπημα με τη βέργα και αφήνει μια δυνατή κραυγή που αντιβουίζει  σε όλο το κτήριο. Σωριάζεται κάτω «μισολιπόθυμος σπαρταρώντας από την αγωνία με τα χέρια να ψηλαφούν απεγνωσμένα το πάτωμα. Καθώς κυλιόταν κατάχαμα, η άκρη της βέργας ανεβοκατέβαινε πάνω του ρυθμικά». Ο Κ. φεύγει αποκεί με τη σκέψη ότι ο μαστιγωτής, καθώς διαθέτει απόλυτη εξουσία πάνω στους φύλακες, μπορεί να τους δείρει «μέχρι θανάτου». Την επόμενη μέρα που περνά πάλι από την αποθήκη και ανοίγει την πόρτα, βλέπει το ίδιο αποτρόπαιο θέαμα, το μαστιγωτή με τη βέργα στο χέρι και τους φύλακες γυμνούς να σκούζουν και να ικετεύουν για βοήθεια.

Ο μαστιγωτής δεν είναι παρά μια καρικατούρα του φοβερού πατέρα και εδώ μπορούμε να υποθέσουμε ότι υπολανθάνει ομοφυλόφιλος σαδομαζοχισμός.

«Η Λένι».
«Δεν υπάρχει τρόπος να αντισταθεί κανείς σ’ αυτό το δικαστήριο», λέει η Λένι στον Κ., ενώ πιέζει το στήθος της στο δικό του, «Η μόνη λύση είναι να ομολογήσει κανείς την ενοχή του». Υποταγή στην εξουσία και σεξουαλική διέγερση, δύο στοιχεία εμπλεγμένα σε ένα.

 «Ο δικηγόρος – ο βιομήχανος – ο ζωγράφος».

                                 Jarmila Maranova "Jury 1"
  
Είναι αδύνατο να μεταφέρουμε εδώ το πλήθος των πληροφοριών που παραθέτει ο Κάφκα σχετικά με την αδυναμία του κατηγορούμενου να υπερασπιστεί τον εαυτό του στο παράπλευρο δικαστήριο. Σταχυολογούμε μόνο: ο Κ. μαθαίνει ότι «ο νόμος ούτε καν προβλέπει ρητά την ύπαρξη υπεράσπισης, απλώς την ανέχεται» και ότι το δωμάτιο των δικηγόρων («δικηγορίσκοι αμφιβόλων ικανοτήτων») είναι ένα στενό καμαράκι που «φανερώνει σ’ όλο της το μεγαλείο την περιφρόνηση με την οποία τους αντιμετωπίζει το δικαστήριο». Ακόμη «απαγορεύεται αυστηρά στους δικηγόρους να τολμήσουν την παραμικρή μεταρρύθμιση στο δωμάτιο έστω και με δικά τους έξοδα...Όσο περισσότερο αποθαρρύνεται η υπεράσπιση, τόσο ο κατηγορούμενος αναγκάζεται να στηριχθεί αποκλειστικά στον εαυτό του». Και πιο κάτω: «Ο κατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα να διαβάσει τη δικογραφία...και ο συνήγορος δεν έχει το δικαίωμα να παρευρίσκεται στις ανακρίσεις».   

Με άλλα λόγια στο αφύσικο αυτό Δικαστήριο ο κατηγορούμενος δεν έχει ουσιαστικά δικαίωμα υπεράσπισης. Αν είχε, τότε η νοσηρή γοητεία αυτού του Δικαστηρίου θα εξατμιζόταν. Αλλά ο πυρήνας του μυθιστορήματος είναι ακριβώς αυτή η νοσηρή γοητεία.

Ο Τιτορέλι, ο ζωγράφος, λέει πολύ ενδιαφέροντα πράγματα τον Κ. Αναγκαστικά εδώ θα περιοριστούμε σε πολύ λίγα. «Δεν ξέρω κανέναν κατηγορούμενο που να έχει αθωωθεί οριστικά». «Οι κατώτεροι δικαστές δεν έχουν το δικαίωμα να απαλλάξουν κάποιον οριστικά. Αυτό το δικαίωμα το έχει μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο που είναι τελείως απρόσιτο. Κανείς μας δεν ξέρει πώς είναι εκεί». «Το δικαστήριο δεν ξεχνά ποτέ».

Στη μαζοχιστική φαντασίωση ο κατηγορούμενος δεν έχει ποτέ δικαιώματα, είναι ανυπεράσπιστος μπροστά στην εξουσία, η δε εξουσία δεν ξεχνά και δεν συγχωρεί. Επομένως ο κατηγορούμενος είναι χαμένος από χέρι. Γι αυτό έχει μεγάλη σημασία για το συγκεκριμένο μύθο: α) να είναι ο Κ. κατηγορούμενος, χωρίς ακριβώς να ξέρει γιατί β) να μην έχει δικαίωμα υπεράσπισης γ) να μη γνωρίζει πότε θα τελειώσει αυτή η περιπέτειά του και συγχρόνως να ανησυχεί βάσιμα ότι δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ.

«Ο έμπορος Μπλοκ και η ανάκληση του δικηγόρου».
Ο έμπορος Μπλοκ που είναι κι αυτός κατηγορούμενος εξευτελίζεται μπροστά στο δικηγόρο του, γονατίζει, του φιλά το χέρι, ενώ ο δικηγόρος δείχνει αδιάφορος απέναντί του και περιφρονητικός. «Δεν υπάρχει καμιά αλληλεγγύη μεταξύ των κατηγορουμένων» λέει ο Μπλοκ στον Κ.
Μαζοχιστική σκηνή.

«Στη Μητρόπολη».
Εδώ έχουμε την περίφημη παραβολή του Νόμου και του Φύλακα.  Η παραβολή έχει ερμηνευθεί με πολλούς τρόπους. Ακόμα και μια γνωστική προσέγγιση έχει επιχειρηθεί, δεδομένου ότι ο Κάφκα είχε ενδιαφερθεί για τους Γνωστικούς και  τόσο «Η Δίκη» όσο και «Ο Πύργος» μπορούν πράγματι να ερμηνευθούν με τον τρόπο σκέψης των Γνωστικών.
Ο Νόμος υπάρχει απρόσιτος Κάπου σε ένα Χώρο, όπου κανείς δεν μπορεί να εισχωρήσει. Ο Νόμος μπορεί να είναι ο Νόμος, μπορεί να είναι ο Θεός, μπορεί να είναι οτιδήποτε πανίσχυρο, παντοδύναμο, σκοτεινό, ανεξιχνίαστο και απρόσιτο που ο ανθρώπινος νους το διαισθάνεται με ανατριχίλα. Είναι το υπέρτατο Δέος, μπροστά στο οποίο ο άνθρωπος εκμηδενίζεται.

Με μια ψυχαναλυτική προσέγγιση ο Νόμος είναι ο Πατέρας, ο Χέρμαν Κάφκα,  η οντότητα εκείνη για την οποία ο Φραντς Κάφκα ένιωθε σε όλη του τη ζωή δέος, φόβο, σεβασμό, λατρεία και υποταγή, μια οντότητα που προϋπάρχει και είναι σχεδόν μυστηριακή, απρόσβλητη από το καθετί, κυρίαρχη των πάντων. Ο Πατέρας είναι το Ον.

Ο χωρικός που θα έρθει στην Πύλη και εκεί θα μείνει ως το θάνατό του παρακαλώντας το φύλακα να τον αφήσει να περάσει μέσα, είναι ο ίδιος ο Φράντς Κάφκα που θέλει να προσεγγίσει τον Πατέρα. Δεν θα τα καταφέρει ποτέ. Θα πεθάνει ικετεύοντας το φύλακα να του επιτρέψει την είσοδο. Ο φύλακας είναι όλοι εκείνοι οι αυτόματοι, ανακλαστικοί μηχανισμοί που αλυσιδωτά (είναι κι άλλοι φύλακες πιο μέσα) θα κρατήσουν τον ικέτη σε κατάσταση μάταιης προσμονής και υποταγής. Η Πύλη αυτή θα κλείσει με το θάνατο του ικέτη, ο Φραντς δεν θα συναντηθεί ποτέ με αυτό το προϋπάρχον και ασύλληπτο για το νου του Ον που καθόρισε (και, κατά την άποψή του, κατέστρεψε) τη ζωή του, δεν συναντηθεί ποτέ με τον πατέρα του.

 «Το τέλος».

                                           Ethan Rowen Pope "Franz Kafka's The Trial"


«Σαν το σκυλί!». Είναι η τελευταία σκέψη του Κ. καθώς πεθαίνει μαχαιρωμένος από δυο δήμιους του παράπλευρου δικαστηρίου. Και η τελευταία φράση του συγγραφέα: «Λες και η ντροπή θα εξακολουθούσε να υπάρχει και μετά το θάνατό του». Ο Κ. θα πεθάνει, η ντροπή και η ενοχή του όμως δεν θα σβήσουν ποτέ. Αυτό είναι ένα είδος Κόλασης, μια αιώνια τιμωρία, το τελευταίο δώρο που προσφέρει ο συγγραφέας στον Κ. στην προβολή του δηλαδή, στο avatar του.

Ο Φραντς Κάφκα θα επιθυμήσει την απόλυτη αυτοεξάλειψή του και στην πραγματική ζωή, θα επιθυμήσει να σβήσει κάθε ίχνος από το πέρασμά του από αυτό τον κόσμο. Η επιθυμία του δεν θα πραγματοποιηθεί, φρόντισε γι αυτό ο Μαξ Μπροντ. Σήμερα είναι από τους πιο πολυσυζητημένους και πολυδιαβασμένους συγγραφείς του καιρού μας και από τους κορυφαίους λογοτέχνες του 20ού αιώνα.

Ο ίδιος ο Κάφκα δεν θα μπορούσε να φανταστεί κάτι τέτοιο. Ερώτημα παραμένει, αν θα το ήθελε.

27 σχόλια:

AKG είπε...

Η διαφορά μεταξύ του να κατεβαίνεις μέσα σ'ένα πηγάδι στην Ανατολή και να κατεβαίνεις στην κόλαση στη Δύση: στην Ανατολή δεν έχεις ερωτήματα, στη Δύση δεν έχεις απαντήσεις.
Εξαιρετικά διεισδυτική ανάλυση, Καίτη.
Καφκικότατη.

Καίτη Βασιλάκου είπε...

AKG, το έργο του Κάφκα το καταλαβαίνεις μόνο αν περάσεις μέσα από τον Κάφκα.

Etherovamonas είπε...

Μετά από αυτό μπόρεσα να καταλάβω λίγο παραπάνω τη Μεταμόρφωση.Μου έμοιαζε αρκετά διαφορετική από τον Πύργο και τη Δίκη.Να είστε καλά!

Καίτη Βασιλάκου είπε...

Αιθεροβάμονα, χαίρομαι, αν βοήθησα λιγάκι.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ είπε...

Νομίζω ότι άδικα ψάχνουμε να βρούμε τι ήθελε να μας πει ο Κάφκα στο "πίσω μέρος" των σελίδων του βιβλίου. Απλά θέλει να μας πει και να μας δείξει πώς λειτουργεί ο θεσμός της Δικαιοσύνης σε ένα ανελεύθερο καθεστώς, όπου η αυθαιρεσία είναι ο κανόνας.

Χάρης Βόλος

Καίτη Βασιλάκου είπε...

Θεοχάρη, στο προηγούμενο άρθρο, όπου αναλύω την προσωπικότητα του συγγραφέα, αναφέρω αυτή την ερμηνεία που δίνεις. Είναι μια ερμηνεία αγγλοαμερικανικής προέλευσης που σήμερα αμφισβητείται από πολλούς.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ είπε...

Αγαπητή κυρία Βασιλάκου. Διάβασα την απάντησή σου και εξεπλάγην από το γοργό της. Διάβασα το βιβλίο του συγχωρεμένου Σαραμάγκου "Περί Τυφλότητος" και δεν το κατάλαβα. Όπως επίσης δεν κατάλαβα και το έργο "Τυφλότητα" που γυρίστηκε βασισμένο στο έργο του ίδίου. Αν και τα δύο χαρακτηρίστηκαν από τους ειδικούς, ως αριστουργήματα.
Αν, λοιπόν, ο συγγραφέας ήθελε να τονίσει την πνευματική τυφλότητα που επικρατεί σήμερα στον κόσμο, τότε 'εχει δίκαιο. Αν πάλι θέλει α τονίσει ότι η πνευματική τυφλότητα μας μάς οδηγεί στην κατασροφή τότε πάλι έχει δίκαιο. Αν θέλει να μας τονίσει ότι αν ένας πνευματικά τυφλός μας οδηγεί, τότε θα πέσουμε μέσα στο λάκκο και οι δύο τότε έχει δίκαιο.
Αν θέλει να μας πει κάτι άλλο...δεν ξέρω. Γράψτε μου σχετικά
Χάρης Βόλος

Καίτη Βασιλάκου είπε...

Χάρη, δεν έχω διαβάσει το έργο αυτό του Σαραμάγκου, οπότε...τυφλή κι εγώ.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
ΘΕΟΧΑΡΗΣ είπε...

Αγαπητή κυρία Βασιλάκου
Χθες αγόρασα το βιβλίο του Κάφκα "Ο Πύργος". Επειδή φοβάμαι ότι πάλι θα τα μπλέξω, προσπαθώντας να καταλάβω το πού το πάει ο Κάφκα, γι' αυτό σε παρακαλώ, αν έχεις διαβάσει το προαναφερόμενο βιβλίο, να γράψεις δύο λόγια γι' αυτό, πχ. την ερμηνεία του κλπ.
Ευχαριστώ και περιμένω

Χάρης, Βόλος

Καίτη Βασιλάκου είπε...

Θεοχάρη, με δυο λόγια είναι αδύνατο να μιλήσουμε για τον Πύργο του Κάφκα. Από τις σημειώσεις μου αντιγράφω μερικές αράδες:
"...Ο Πύργος είναι η Εξουσία. Απρόσιτος, φοβερός, επικίνδυνος, βουβός. Κανείς δεν γνωρίζει τις βουλές του...Η θέση του ατόμου είναι επισφαλής και χαώδης. Δεν υπάρχει ελπίδα για τίποτα καλύτερο, αντίθετα πάντα υπάρχει ο φόβος για το χειρότερο..."

ΘΕΟΧΑΡΗΣ είπε...

Αγαπητή κ. Βασιλάκου,
Διάβασα τα "δύο λόγια" για τον Πύργο του Κάφκα και σε ευχαριστώ.
Αν μια εξουσία θεωρείται απρόσιτη, "σκοτεινή" και δεν συμμαζεύεται, τότε όλα είναι μάταια. Όλοι οι αγώνες που έχουν γίνει στην παγκόσμια Ιστορία, έγιναν για να ανατραπούν οι αυταρχικές εξουσίες. Το "αυταρχικές" όπως το εννοεί ο καθένας. Αυταρχική ήταν π.χ. η εξουσία του Σουλτάνου κι όμως οι πρόγονοί μας επαναστάτησαν. Τι κι αν τους έλεγαν "τρελούς" κλπ. και η επανάστασή τους στέφθηκε από επιτυχία.
Ο Κάφκα θεωρεί την εξουσία την αυταρχική, απόμακρη και προφανώς άπονη. Είναι έτσι; Δεν ξέρω...

Καίτη Βασιλάκου είπε...

Όχι, μη διαβάσεις τον Κάφκα έχοντας στο νου σου πολιτικά μηνύματα. Ο Κάφκα δεν πολιτικολογεί εδώ (με τη στενή έννοια του όρου). Ισχύουν όσα περίπου έχω γράψει για το χαρακτήρα και το έργο του στις δύο αναρτήσεις που έχω κάνει γι' αυτόν.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ είπε...

Αγαπητή κυρία Βασιλάκου, κάπου σε δικό σου σχόλιο χρησιμοποιείς τη λέξη avatar. Επειδή δεν την ξέρω, μπορείς να μου την εξηγήσεις;Είμαι σίγουρος ότι υπάρχει στην ελληνική γλώσσα άλλη με το ίδιο περιεχόμενο

Χάρης Βόλος

Καίτη Βασιλάκου είπε...

http://www.slang.gr/lemma/show/abatari_abatar_10502

ΘΕΟΧΑΡΗΣ είπε...

Αγαπητή κυρία Βασιλάκου,
διαβάζοντας εδώ και λίγο καιρό τον Κάφκα, είδα ότι χρησιμοποιεί πολλές φορές τις λέξεις "ενοχή", "ενοχές". Εννοεί αυτό που ο χριστιανισμός ονομάζει "τύψεις συνειδήσεως" ή κάτι άλλο;
Περιμένω...

Χάρης Βόλος

Καίτη Βασιλάκου είπε...

Υπαρξιακή θα έλεγα.

Ανώνυμος είπε...

Ευχαριστούμε πολύ για την ανάλυση. Αυτό που μου είχε έρθει εμένα στο μυαλό διαβάζοντας τη Δίκη, είναι ότι το Δικαστήριο είναι η Κοινωνία και οι Νόμοι είναι οι άγραφοι ηθικοί κανόνες και τα "πρέπει" που οφείλουμε να ακολουθούμε. Με αυτό το σκεπτικό όντως δεν είναι κανονικό Δικαστήριο, όντως δεν ξέρει την κατηγορία, καλώς πηγαίνει σε πολυκατοικία για τη Δίκη (συμβολίζει την κοινωνία;) και φυσικά αν είσαι διαφορετικός (π.χ. ομοφυλόφιλος) στο τέλος η κοινωνία σε συνθλίβει.

Καίτη Βασιλάκου είπε...

Μπορεί να σταθεί μια τέτοια ερμηνεία. Οπωσδήποτε έχουμε εδώ την κοινωνία από τη μια μεριά και το άτομο από την άλλη.

Κωνσταντίνος Καραγιάννης είπε...

Εξαιρετικό σας ευχαριστώ πολύ .
Εγώ πιστεύω πως ο Josef Κ τελικά δεν είναι ούτε αθώος ούτε ένοχος αλλά "ενοχοποιήμένος".
Και δυστυχώς υπάρχουν πολλοί τρόποι να "ενοχοποιούμε" τον κάθε Josef Κ σήμερα σκοτώνοντάς τον σαν το σκυλί "wie ein Hund".
Τα δηλητηριασμένα τρόφιμα , οι εκπομπές ρύπων κτλ δεν μοιάζουν κατά την δική σας άποψη με του δήμιους του Josef K ;
Και η δική μας ανάλγητη συμπεριφορά απέναντι στα αγγελούδια μας (τα παιδάκια ) δεν μοιάζει με αυτό το "Δικαστήριο " ;
Που τα δικάζει και τα καταδικάζει , χωρίς ποτέ να απαγγείλη κατηγορίες ,αφαιρώντας τους το δικαίωμα της υπεράσπισης .

Καίτη Βασιλάκου είπε...

Κωνσταντίνε Καραγιάννη, ο Κάφκα μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους. Έχουμε εδώ μια αδρανή κοινωνία, μέσα στην οποία δρουν αόρατοι μηχανισμοί που συντρίβουν το άτομο.

Ανώνυμος είπε...

Κυρία Βασιλάκου, η προσέγγιση σας είναι αν μη τι άλλο ενδιαφέρουσα, παρόλα αυτά "πάσχει" από την "ασθένεια των ψυχολόγων", την ασθένεια αυτή που σχεδόν ψυχαναγκαστικά οδηγεί τους ψυχολόγους να κρίνουν τους πάντες κάτω απο τον μεγεθυντικό φακό της ψυχανάλυσης.
Το οποίο φυσικά δεν είναι εντελώς λάθος, μα κρίνοντας ενα λογοτεχνικό έργο, ο σκοπός δεν μπορεί να ειναι να μάθουμε περισσότερα για τον συγγραφέα μα κυρίως οφείλει να ειναι η κατανόηση του ιδίου του έργου.
Δε μπορεί να διαβάζουμε Αριστροφάνη και να στεκόμαστε στην ψυχανάλυση του ιδίου του Αριστοφάνη. Διαφορετικά θα λέγαμε οτι ειναι τα έργα ενος μισογύνη, πικρόχολου γέρου, που μετέφερε τις προσωπικές του πολιτικές πεποιθήσεις στο θέατρο.. Ειναι ομως αυτη η αλήθεια για τον Αριστοφάνη και το έργο του;
Ο Κάφκα είχε πολύ σκοτάδι μέσα του και το μοιράστηκε (έστω και παρά την θέληση του) μαζί μας. Αυτό το σκοτάδι είναι ο κόσμος του Κάφκα μα σε πολλές περιπτώσεις ειναι και ο δικός μας κόσμος. Άλλοτε ο υλικός και άλλοτε ο άυλος. Η μοναξιά, η αποξένωση, η απόγνωση, ο παραλογισμός, το χάος (στο οποίο ορθά αναφερθήκατε) βρίσκονται τριγύρω μας και μέσα μας. Δεν ειναι αποτέλεσμα μιας "Καφκικής διαταραχής προσωπικότητας". Ειναι μια ανθρώπινη πραγματικότητα που ελάχιστοι έχουν καταφέρει να περιγράψουν με τρόπο ανάλογα ανατριχιαστικό με αυτόν του Κάφκα.
Σίγουρα, ευτυχισμένος άνθρωπος ο Κάφκα δεν ηταν. Λογικά οι ψυχολόγοι θα τον έβγαζαν, τουλάχιστον καταθλιπτικό. Μήπως όμως δεν ήταν "ασθενής" μα είχε απλά το χάρισμα να βλέπει το σκοτάδι, όταν όλοι οι άλλοι αδυνατούσαν να κατανοήσουν από τι ήταν υφασμένο αυτό που περιβάλει ολόκληρη την ύπαρξη τους; Μήπως ο Κάφκα ήταν αυτός που έριξε λίγο φως σε αυτό το σκοτάδι, για να μπορέσουμε όλοι να κοιτάξουμε μέσα του;

Καίτη Βασιλάκου είπε...

Μα ασφαλώς έτσι είναι, όπως τα λέτε. Εδώ δεν γίνεται λογοτεχνική ανάλυση του έργου, οπότε άλλα θα είχαμε να πούμε. Όπως δηλώνει και ο τίτλος, επιχειρείται μια ψυχαναλυτική προσέγγιση. Μπορούμε να το κάνουμε και αυτό στα λογοτεχνικά έργα. Η λογοτεχνική αξία της "Δίκης" είναι δεδομένη.

ΘΩΜΑΣ ΖΑΛ είπε...

Κυρια Καιτη, θεωρείτε πιθανο το Δικαστηριο να αντιπροσωπευει την πεπλεγμενη απο Λογικη και Κοινωνικη πιεση Συνειδηση του Φραντς που τον οδηγησε και σε μια πιθανη αυτοχειρια;

Καίτη Βασιλάκου είπε...

Σε αυτοχειρία όχι, από όσο ξέρουμε.
Το Δικαστήριο συμβολίζει πολλά πράγματα. Σε αυτά μπορούμε να συμπεριλάβουμε και την πίεση που αισθάνεται το ενοχικό άτομο να φερθεί, όπως απαιτεί η κοινωνία και η λογική, μολονότι ίσως δεν το θέλει.

trapezimearekles είπε...

Αυτό που κάνετε είναι ντροπή προς τον ίδιο τον συγγραφέα και το Έργο του.Δυστυχώς η μελέτη ,ακόμα και η εξυπνάδα, ποτέ την αποτέλεσαν το κλειδί για την κατανόηση της λογοτεχνίας και συνεπώς της τέχνης.Άλλωστε η πόρτα είναι ανοιχτή και ο θυρωρός είστε εσείς.

Ανώνυμος είπε...

@ trapezimearekles Χωρίς να θέλω να κάνω τον συνήγορο της κ.Βασιλάκου, θα έλεγα οτι σφάλετε στην εκτίμηση σας σε ότι αφορά την προσέγγιση της κ.Βασιλάκού στο έργο του Κάφκα.Δεν είναι ντρόπη μια διαφορετική προσέγγιση ή ερμηνεία, απο την επίσημη εκδοχή, ειδικά όταν πρόκειται για ένα τόσο ''σκοτεινό'' και μυστήριο συγγραφέα όπως ο Κάφκα, οπου τα έργα του είναι γεμάτα συμβολισμούς.Θα έλεγα οτι αυτη ψυχαναλυτική προσέγγιση είναι αρκετά ενδιαφέρουσα και δείχνει οτι η κ.Βασιλάκου έχει μελετήσει το συγγραφικό έργο του Κάφκα, με προσοχή και με τον σεβασμό που του αρμόζει.Στο κάτω κατω κ.trapezimearekles όλοι χρειαζόμαστε μια δευτερή γνώμη στο οτιδήποτε.Φανταστείτε ενα κόσμο μονοπλευρα δομημένο?Θα ήταν αβάσταχτο!Αλλά έτσι είναι οι άνθρωποι!Όταν υπάρχουν ισχυρές προκαταλήψεις/πεποιθήσεις, διατηρούνται ακόμη και όταν διαψευδόνται.Και εσείς πάσχετε απο αυτές κ.trapezimearekles!!!