8/10/12

Μίκαελ Χάνεκε: "Αγάπη". Η τραγωδία της διπλανής πόρτας





Ο κινηματογράφος, λένε, είναι μια ευκαιρία φυγής από την καθημερινότητά μας που υποφέρει από ρουτίνα και δεν περιέχει συνήθως τίποτε το συνταρακτικό ή το γοητευτικό.
Βέβαια όλοι μας κάποια στιγμή θα βιώσουμε το συνταρακτικό που μπορεί να είναι γοητευτικό, μπορεί και τρομαχτικό. Ένας ξαφνικός μεγάλος έρωτας ή ένας θάνατος ή μια γέννηση ή μια απρόσμενη επιτυχία ή μια καταστροφή θα ταράξει τα ήσυχα νερά μας για ένα διάστημα, θα μας βγάλει από την καθημερινότητα και θα μας αναγκάσει να ζήσουμε σε άλλους ρυθμούς από αυτούς που έχουμε συνηθίσει. Μετά, σιγά-σιγά το συνταρακτικό χωνεύεται, εντάσσεται στις αναμνήσεις μας κι εμείς επανερχόμαστε στην καθημερινή ρουτίνα.
Κακά τα ψέματα, η ζωή είναι συνήθως μια ρουτίνα που κατά βάθος όλοι τη θέλουμε. Δεν αντέχει ο ψυχισμός μας σε συνεχείς ανατροπές, κάτι τέτοιο μπορεί να μας διαλύσει. Κι αν θέλουμε ακίνδυνες ανατροπές και συγκινήσεις χωρίς κόστος, εδώ είναι το μυθιστόρημα, εδώ και ο κινηματογράφος που μας υπόσχονται απίθανες περιπέτειες μέσα σε απόλυτη ασφάλεια και με λίγα ευρώ.

Ο λεγόμενος ψυχαγωγικός κινηματογράφος, κυρίως αμερικανικής προέλευσης, μάς έχει δώσει εξαιρετικές ταινίες του είδους, μας έχει δώσει βέβαια και πολλές σαχλαμάρες. Αρκετές από αυτές τις ταινίες περιπέτειας και ψυχαγωγίας άγγιξαν το καλλιτεχνικό επίπεδο και σ’ αυτή την περίπτωση έχουμε τον ευτυχή συνδυασμό εμπορικού και καλλιτεχνικού κινηματογράφου.
Στην Ευρώπη η παράδοση θέλει να γυρίζονται κυρίως καλλιτεχνικές ταινίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες αυτές οι ταινίες αξίζουν  το συγκεκριμένο χαρακτηρισμό ούτε ότι δεν γυρίζονται και καθαρά εμπορικές ταινίες με στόχο την απλή διασκέδαση του κοινού.
Η απλή διασκέδαση του κοινού είναι πάντως μια πολύ σοβαρή υπόθεση και κακώς κατά τη γνώμη μου κάποιοι σνομπάρουν αυτό το είδος του κινηματογράφου. Από την άλλη, πολλές ταινίες με καλλιτεχνικές προθέσεις είναι μικρά τερατουργήματα και αλίμονό μας, αν κάποιοι κριτικοί εκστασιαστούν με αυτές. Το κοινό που παθητικά συμμορφώνεται στις υποδείξεις τους, υφίσταται μια ταλαιπωρία, ως μη ώφειλε, και βγαίνει από την κινηματογραφική αίθουσα προβληματισμένο για την ευφυΐα του και την ευαισθησία του.
Ο κινηματογράφος είναι λοιπόν φυγή από την καθημερινότητα και, αν η ταινία είναι ωραία σκηνοθετημένη κι αν πετύχει να μας συγκινήσει και να μας προβληματίσει, να μας παρασύρει στο μύθο της, τότε έχουμε μια καλή ταινία. Εξακολουθεί όμως  να μας δείχνει αλλιώτικες ιστορίες, ιστορίες που εμείς δεν πρόκειται να ζήσουμε μάλλον ποτέ στη ζωή μας. Αυτή είναι και η γοητεία του.
Κάποιοι χάνουν το παιδί τους, όμως αυτοί δεν είναι πολλοί. Κάποιοι σκοτώνονται στον πόλεμο, ούτε αυτοί είναι πολλοί. Κάποιοι καθηλωμένοι στο κρεβάτι από αρρώστια ζητούν να τους γίνει ευθανασία, ούτε κι αυτοί είναι πολλοί. Κάποιοι έχουν άρρωστα παιδιά, δεν είναι πολλοί. Κάποιοι αυτοκτονούν από έρωτα, από φόβο, από απελπισία, δεν είναι πολλοί. Κάποιοι μένουν ανάπηροι από ένα ατύχημα, δεν είναι πολλοί. Κάποιοι ερωτεύονται και ο έρωτάς τους τούς οδηγεί σε ακραίες συμπεριφορές, δεν είναι πολλοί.
Όλα αυτά και άλλα παρόμοια είναι τραγωδίες που πλήττουν κάποιους ανθρώπους, αλλά οι περισσότεροι από μας διανύουμε τη ζωή μας με πιο ανώδυνο τρόπο. Ο κινηματογράφος έρχεται να μας αναδείξει αυτές τις τραγωδίες, να μας θυμίσει ότι συμβαίνουν στον κόσμο, να μας ευαισθητοποιήσει. Κι εμείς με τη σειρά μας ευαισθητοποιούμαστε, γινόμαστε πιο ανθρώπινοι, δεν ξεχνιόμαστε μέσα στη ρουτίνα της καθημερινής, άνευ γεγονότων ζωής μας.
Τα γηρατειά όμως δεν είναι μια ασυνήθιστη τραγωδία. Είναι μια τραγωδία που περιμένει όλους τους ανθρώπους και μόνο όσοι λίγοι πεθαίνουν νωρίς, την αποφεύγουν. Αλλά αυτοί ήδη έχουν υποστεί μια χειρότερη τραγωδία, αφού δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν την πορεία τους στη ζωή.
Κι επειδή τα γηρατειά είναι μια κοινή, κοινότατη τραγωδία, ελάχιστοι δείχνουν ενδιαφέρον να ασχοληθούν με αυτήν. Είναι τόσο συνηθισμένη, τόσο καθημερινή που σχεδόν ξεχνάμε ότι είναι τραγωδία.
Εξάλλου πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι οι καλλιτέχνες γενικά δημιουργούν με κίνητρο ό,τι τους έχει κεντρίσει. Και επειδή οι καλλιτέχνες δημιουργούν κυρίως στα χρόνια της ακμής και όχι της δύσης τους, γι αυτό άλλα είναι κατά κανόνα εκείνα που τους κεντρίζουν. Και επίσης έχει σημασία σε ποιους απευθύνεται το έργο τους. Δεν απευθύνεται σε ένα ηλικιωμένο κοινό που οσμίζεται αυτό που έρχεται και προβληματίζεται, δεν είναι οι γέροντες το κοινό των καλλιτεχνών.
Έτσι αυτή η καθημερινή τραγωδία που όλοι κάποτε θα τη βιώσουμε, είναι τελικά μια περιθωριακή τραγωδία, ελάχιστους σκηνοθέτες και ελάχιστους θεατές συγκινεί. Αλλά πρόκειται για πραγματική, αυθεντική, γνήσια τραγωδία, δεν χρειάζεται εδώ η φαντασία του σεναριογράφου να δουλέψει.
Έτσι λοιπόν πάνω κάτω τελειώνει η ζωή. Μέσα στην ανημπόρια, με γέροντες κατάκοιτους, ανοϊκούς, εξασθενημένους που δεν μπορούν να φροντίσουν τον εαυτό τους, που άλλοι έχουν αναλάβει να τους ταΐζουν, να τους πλένουν, να τους δίνουν τα φάρμακά τους. Κι αν αυτοί οι άλλοι είναι ξένοι, είναι επαγγελματίες, γιατροί, νοσοκόμες, υπάλληλοι σε άσυλα ή αλλοδαπές, τότε μόνο από τύχη θα έχουν μια υποφερτή περίθαλψη. Αλλιώς...αλλά τι να λέμε τώρα, όλοι ξέρουμε τι περιμένει αυτούς τους γέροντες, όταν κανείς δεν νιώθει τίποτα γι αυτούς.
Γι αυτά τα δράματα όμως κανείς δεν μιλά. Αυτοί που θα είχαν τόσα πολλά να πουν, δεν μπορούν δυστυχώς να μιλήσουν. Υποτάσσονται στη μοίρα τους και κάποια στιγμή φεύγουν από τη ζωή. Πίσω τους δεν αφήνουν κανένα ίχνος του πόνου που δοκίμασαν στα τελευταία τους. Και οι μάρτυρες του πόνου αυτού, οι επαγγελματίες που λέγαμε, δεν έχουν χρόνο ούτε και διάθεση να μας μιλήσουν, γιατί άλλοι γέροντες εξασθενημένοι και ανήμποροι θα πάρουν τη θέση των προηγούμενων.

Ο Χάνεκε στην τελευταία του ταινία «Αγάπη» αποτολμά αυτό: να δείξει στον κόσμο ένα καθημερινό δράμα, μια ιστορία που πολλοί έχουν δει να συμβαίνει μπροστά στα μάτια τους, άλλοι την έχουν ήδη ζήσει, άλλοι ετοιμάζονται να τη ζήσουν. Πρόκειται για την τελευταία φάση της ζωής μας που δεν είναι όμορφη. Είναι ένα δράμα του περιθωρίου που εκτυλίσσεται καθημερινά σε πολλά σπίτια παντού στον κόσμο,
Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων αστών ζει ήρεμα τα γεράματά του, μέχρι που η γυναίκα παθαίνει εγκεφαλικό και αχρηστεύεται.
Μαντεύουμε την προηγούμενη ζωή τους. Μουσικοί και οι δύο, ευαίσθητοι και καλλιεργημένοι άνθρωποι, πρέπει να έζησαν λίγο καλά λίγο κακά, όπως όλοι οι άνθρωποι, έκαναν μια κόρη που τώρα ζει μακριά και, όπως συχνά συμβαίνει στα ηλικιωμένα ζευγάρια, ο χρόνος τούς έχει δέσει περισσότερο, υπάρχουν ο ένας για τον άλλον, καθώς γύρω οι φίλοι αποχωρούν ο ένας μετά τον άλλον από τον κόσμο τούτο.

Τώρα, με τη γυναίκα του ανήμπορη στο κρεβάτι, όλη την ευθύνη και τη φροντίδα της την αναλαμβάνει ο ηλικιωμένος σύζυγος. Ο έξω κόσμος είναι αδιάφορος και μακρινός, η κόρη μια χάνεται, μια εμφανίζεται, έχει τη δική της ζωή, οι φίλοι άφαντοι, οι μετανάστες θυρωροί της πολυκατοικίας κάνουν διάφορα θελήματα έναντι αμοιβής και μια νοσοκόμα έρχεται τρεις φορές την εβδομάδα να φροντίσει την κατάκοιτη ηλικιωμένη.
Ο σύζυγος στέκει ακόμα στα πόδια του, αλλά οι δυνάμεις του δεν είναι πολλές. Τον βλέπουμε σε κάποιες σκηνές να περπατά με αβέβαιο βήμα, δεν είναι εύκολο στην ηλικία του να μετακινεί το παράλυτο σώμα της γυναίκας του από το κρεβάτι στην αναπηρική πολυθρόνα και αντίστροφα, να τη σηκώνει από τη λεκάνη της τουαλέτας και να της φορά το εσώρουχο, να τη λούζει και να της κάνει μπάνιο και αργότερα που εκείνη θα χειροτερέψει, να της αλλάζει τις πάνες.
Αναγκάζεται να πάρει και δεύτερη νοσοκόμα, όμως τούτη εδώ θα αποδειχθεί ανάλγητη και αδιάφορη στα πονεμένα βογγητά της γυναίκας του ( μια καλή υπενθύμιση του Χάνεκε για τους επαγγελματίες αυτής της κατηγορίας) και ο σύζυγος τελικά θα τη διώξει.
Στην αρχή της κατάρρευσης, όταν ακόμα η ηλικιωμένη γυναίκα είχε τα λογικά της και τη φωνή της, είχε εκδηλώσει την επιθυμία να πάψει να ζει σε περίπτωση που γινόταν απλώς ένα βάρος στο σύντροφό της. Και οι δυο τους είναι άνθρωποι που έζησαν με αξιοπρέπεια και που μια τέτοια θλιβερή εξέλιξη είναι εκτός των άλλων δοκιμασία της προσωπικότητάς τους. 

Ο ξεπεσμός μέρα με τη μέρα μεγαλώνει. Εδώ δεν υπάρχει ελπίδα ανάρρωσης. Εδώ η πορεία είναι απαρέγκλιτη: εκφυλισμός και θάνατος.
Ο σύζυγος αναλαμβάνει όλο το βάρος της ευθύνης. Ο κόσμος πρέπει να μείνει απέξω, οι πόρτες κλείνουν, το τηλέφωνο αχρηστεύεται, κανείς δεν επιτρέπεται να δει τον ξεπεσμό των δύο γερόντων. Η γυναίκα  κατάκοιτη, παράλυτη, χωρίς φωνή και χωρίς μυαλό πια συνεχίζει να ζει, επειδή ο σύντροφός της ακούραστος στέκεται στο πλάι της, τη φροντίζει, την ταΐζει, την αλλάζει, της λέει ιστορίες, όσο εκείνη αφήνει ακατάληπτα βογγητά που δεν σημαίνουν τίποτα.

Η τραγική μορφή εδώ δεν είναι η κατάκοιτη γερόντισσα, είναι ο γέροντας σύζυγος που με ανέκφραστο πρόσωπο (που όμως δεν μας ξεγελά για τον πόνο που κρύβεται από κάτω) δεν ησυχάζει στιγμή, αγόγγυστα φροντίζει τη γυναίκα του, ενώ παράλληλα ξέρει ότι με τον τρόπο αυτό απλώς παρατείνει το μαρτύριο και καθυστερεί το θάνατο που θα είναι η λύτρωση για το πλάσμα αυτό που κάποτε ήταν η αγαπημένη του σύντροφος και τώρα δεν είναι παρά μια κουρελιασμένη ύπαρξη χωρίς συνείδηση.

Κινηματογραφική αδεία θα έχουμε εδώ ένα δραματικό τέλος, μια σκληρή πράξη αγάπης, κάτι που δεν συμβαίνει στην καθημερινή ζωή. Στην καθημερινή ζωή οι άνθρωποι υποφέρουν και υπομένουν περιμένοντας τη φύση να πάρει τις αποφάσεις της. Μια τόσο σκληρή πράξη αγάπης δεν είναι εύκολο να την υλοποιήσει κανείς, όσο κι αν μέσα του μπορεί να τη σκέφτεται συνέχεια.
Ο Χάνεκε μάς έκανε την έκπληξη. Μετά από μια σειρά ταινιών, όπου είδαμε τον άνθρωπο ως τέρας, μας έδωσε αυτή την ταινία, όπου ο άνθρωπος είναι το θύμα ενός άλλου τέρατος. Ενός τέρατος που δεν πολεμιέται με τίποτα.
Εξαιρετικός ο Ζαν Λουί Τρεντινιάν σε ένα ρόλο πολύ ανθρώπινο αλλά και πολύ δύσκολο στις ισορροπίες που έπρεπε να κρατηθούν.


Δεν υπάρχουν σχόλια: